Πώς θεραπεύεται;

Η αντιμετώπιση του χρόνιου πυελικού άλγους είναι εφικτή, έχοντας όμως κατά νου ορισμένες γενικές παραδοχές:

α) δεδομένου ότι οι ακριβείς αιτιοπαθογενετικοί μηχανισμοί όλων των μορφών της νόσου δεν είναι εντελώς γνωστοί, δεν υπάρχει μία και μοναδική θεραπεία για όλες τις περιπτώσεις,

β) η θεραπεία είναι συνήθως μακροχρόνια και εμπλέκει τον ίδιο τον ασθενή με αλλαγές στον τρόπο ζωής του,

γ) υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα επανεμφάνισης ενοχλήσεων (υποτροπή) σε απρόβλεπτο χρόνο,

δ) οι ενδεχόμενες ψυχικές διαταραχές των ασθενών (άγχος, κατάθλιψη, φοβίες) θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να αντιμετωπίζονται  σε συνεργασία με γιατρούς της αντίστοιχης ειδικότητας (ψυχίατροι/ ψυχοθεραπευτές).

Σε όλους τους ασθενείς αρχικά χορηγείται αντιβίωση ευρέως φάσματος για διάστημα 2 εβδομάδων με δυνατότητα παράτασης για μερικούς μήνες ανάλογα με το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Συνήθως ο γιατρός επιλέγει τις λεγόμενες κινολόνες νεώτερης γενιάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη κ.α.). Οι κινολόνες διαπερνούν τον αιμοπροστατικό φραγμό και δημιουργούν ικανοποιητικές θεραπευτικές συγκεντρώσεις μέσα στα προστατικά αδένια. Στην περίπτωση που ανιχνεύονται μη ειδικά μικρόβια (χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεάπλασμα) ο γιατρός μπορεί να συγχορηγήσει και μακρολίδες (κλαριθρομυκίνη, αζιθρομυκίνη, ροξιθρομυκίνη κ.α.) προκειμένου να επιτύχει πλήρη εκρίζωση των μικροβίων από το προστατικό υγρό.

Άλλα φάρμακα που μπορεί να χορηγηθούν είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και τα μυοχαλαρωτικά, ιδίως στις περιπτώσεις όπου κυριαρχεί το στοιχείο του πόνου και του σπασμού του πυελικού εδάφους. Σε έντονη υποκυστική απόφραξη ο γιατρός χορηγεί και φάρμακα που βελτιώνουν τη ροή των ούρων, τους λεγόμενους α-αδρενεργικούς αποκλειστές (αλφουζοσίνη, ταμσουλοσίνη κ.α.). Βοηθητικά επίσης λειτουργούν ορισμένα φυτικά εκχυλίσματα καθώς και αντιοξειδωτικές ουσίες (καρνιτίνη).

Στους άνδρες με χρόνιο πυελικό άλγος γενικά συνιστάται η λήψη άφθονων υγρών (κυρίως νερού και σόδας), αποχή από το αλκοόλ, αποφυγή κατανάλωσης καυτερών και ερεθιστικών τροφών (τσίλι, ταμπάσκο, μπούκοβο, πιπεριά κλπ), η θέρμανση του περινέου με θερμά λουτρά  (εδρεόλουτρα) ή θερμοφόρα, καθώς επίσης και η τακτική εκσπερμάτιση χωρίς παρατεταμένη διέγερση. Η χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή είναι ενδεδειγμένη, καθώς απομακρύνει τον κίνδυνο επαφής με νέα μικροβιακά στελέχη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι δεν πρόκειται για σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, σε περίπτωση ενοχλήσεων της σεξουαλικής συντρόφου καλό θα ήταν να γίνει έλεγχος αυτής από το γυναικολόγο.

UA-37095778-1