Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση του συνδρόμου γίνεται με τη βοήθεια λήψης του ιστορικού του ασθενή, την κλινική εξέταση, τον εργαστηριακό έλεγχο & τον απεικονιστικό. Η δοκιμασία κατά Meares-Stamey αποτελεί την διαγνωστική μέθοδο εκλογής. Αφορά στην συλλογή 3 δειγμάτων ούρων και προστατικού εκκρίματος και επιγραμματικά τα πρώτα 2 δείγματα αφορούν λοίμωξη της ουρήθρας ή της ουροδόχου κύστης, ενώ τα υπόλοιπα 2 χρησιμεύουν για την εντόπιση της λοίμωξης στον προστάτη.

Ο κλινικός έλεγχος περιλαμβάνει τη δακτυλική εξέταση του προστάτη από το ορθό, η οποία προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση του προστάτη.

Από τις απεικονιστικές εξετάσεις το υπερηχογράφημα, ιδίως από το ορθό (διορθικό υπερηχογράφημα), δίνει στο γιατρό λεπτομερή απεικόνιση της ανατομικής υφής του προστάτη και των σπερματοδόχων κύστεων, που βρίσκονται πάνω και πίσω από τον προστάτη. Πολύ συχνά ο προστάτης παρουσιάζει ανομοιογενή εικόνα με επασβεστώσεις (προστατόλιθους), αυξημένο μέγεθος (οίδημα) και διόγκωση των σπερματοδόχων κύστεων. Τα ευρήματα αυτά είναι μη ειδικά, που σημαίνει ότι μπορεί να τα συναντήσουμε και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις όπως στην καλοήθη υπερπλασία ή τον καρκίνο του προστάτη. Το έγχρωμο διορθικό υπερηχογράφημα (triplex) μπορεί ακόμη να δείξει την αγγείωση του προστάτη που έχει σημασία για τη διαφορική διάγνωση των υπερηχογραφικών  αλλοιώσεων.

Ο ουροροομετρικός και ενίοτε ο ουροδυναμικός έλεγχος έχουν επίσης θέση στη διάγνωση του χρόνιου πυελικού άλγους. Αυτό διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι άνδρες με χρόνια προστατίτιδα μπορεί να εμφανίζουν δυσχέρεια ούρησης (αποφρακτική ούρηση). Πιστεύουμε ότι στα νέα άτομα αυτή η απόφραξη δεν είναι ανατομική, αλλά λειτουργική λόγω σπασμού και αδυναμίας χαλάρωσης των πυελικών δομών γύρω από τον προστάτη (δυσυνεργική ούρηση). Μετά την ηλικία των 40 ετών θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τυχόν συνυπάρχουσες αλλοιώσεις καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη, που είναι πλέον γνωστό ότι πυροδοτούνται λόγω του χρόνιου ερεθισμού του οργάνου. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι ουκ ολίγες νευρολογικές παθήσεις μπορεί να εκδηλωθούν με συμπτώματα ούρησης (π.χ. πολλαπλή σκλήρυνση, παθήσεις της σπονδυλικής στήλης, νόσος Parkinson κ.α.). 

Η ουρηθροσκόπηση και κυστεοσκόπηση συνήθως δεν απαιτούνται, παρά μόνον εκεί που ο γιατρός υποψιάζεται ανατομικά προβλήματα και χρειάζεται να αναδειχθούν. Τέτοια προβλήματα είναι οι βαλβίδες και τα στενώματα της ουρήθρας και ο υπερτροφικός ή σκληρυντικός αυχένας της ουροδόχου κύστης. Στις περιπτώσεις αυτές ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επίσης την εκτέλεση ειδικών ακτινολογικών εξετάσεων, όπως η ανιούσα ουρηθροκυστεογραφία, η κυστεοουρηθρογραφία κατά την ούρηση και η υπερηχο-ουρηθρογραφία.

Στους ασθενείς με οργασμική ή στυτική δυσλειτουργία μπορεί να ζητηθούν επιπλέον εξετάσεις όπως καταγραφή των νυκτερινών στύσεων ή έγχρωμο υπερηχογράφημα πέους σε ηρεμία και στύση.

UA-37095778-1